Μικρές φωτιές παντού

στις

Το μυθιστόρημα «Μικρές φωτιές παντού» της Celeste Ng εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι περίμενα. Κοινωνικά και ηθικά ζητήματα αναδεικνύονται και οι ήρωες βουτούν σε άγνωστα νερά, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσουν μέσα τους τι πραγματικά πιστεύουν και ποιοι θέλουν να είναι.

Στο Σέικερ Χάιτς, ένα ήρεμο προάστιο του Κλίβελαντ στο Οχάιο, όλοι ζουν αρμονικά, υπακούοντας τυφλά στους κανόνες. Οι κάτοικοί του εκπροσωπούν το πρότυπο της τελειότητας, αφού πέρα από το όμορφο σπίτι με τον περιποιημένο κήπο, επιδεικνύουν το καλό τους πρόσωπο, κρύβοντας κάτω από το χαλί τις αδυναμίες και τις απογοητεύσεις τους, ενώ ταυτόχρονα προτάσσουν την τάξη και την ηθική, με τις οποίες είναι εμποτισμένες οι ζωές τους. Η Έλενα Ρίτσαρντσον, μεγαλωμένη σ’ αυτό το ουτοπικό περιβάλλον, πιστεύει ακράδαντα στις αρχές αυτού του τόπου, κάτι το οποίο προσπαθεί να μεταδώσει και στα παιδιά της. Όλα για εκείνη φαίνεται να κυλούν όπως τα είχε σχεδιάσει, αφού πιστεύει πως έχει υπό τον έλεγχό της όλα όσα συμβαίνουν στην οικογένειά της. Μόνο η μικρή της κόρη αντιστέκεται σθεναρά, αλλά η κυρία Ρίτσαρντσον δεν αμφιβάλλει πως θα κάμψει με τον καιρό τον αντιδραστικό της χαρακτήρα. Η -κατά τα φαινόμενα- ειδυλλιακή ζωή τους θα διαταραχθεί, όταν η Μία Γουόρεν με την έφηβη κόρη της, Περλ, νοικιάσουν ένα διαμέρισμα της οικογένειας. Η συμπάθεια ανάμεσά τους σε καμία περίπτωση δεν προμηνύει την καταιγίδα που καταφθάνει. Η διαφορά στον τρόπο ζωής και στη νοοτροπία σιγά-σιγά θα βγει στην επιφάνεια και θα διασαλέψει τις ισορροπίες.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα κανείς δεν έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η συγγραφέας μού έδωσε την εντύπωση πως δεν είχε σκοπό να πλάσει τους χαρακτήρες σε βάθος, αλλά να δημιουργήσει μοντέλα ανθρώπων εστιάζοντας στις αποφάσεις τους και στις πράξεις που τις ακολουθούν.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Από τη μία οι Ρίτσαρντσον, που τα έχουν όλα -ένα ονειρεμένο σπίτι, επαγγελματική επιτυχία, ευυπόληπτη θέση στην κοινωνία- και από την άλλη η Μία με την κόρη της, που μετακινούνται συνεχώς με τα λιγοστά υπάρχοντά τους.

Η ζωή τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νομαδική. Η Μία είναι μια ταλαντούχα φωτογράφος, που εμπνέεται από τα μέρη που επισκέπτεται. Όταν κάτι σταματά να τραβά το ενδιαφέρον της, φεύγει χωρίς δεύτερη σκέψη αναζητώντας κάτι καινούργιο. Είναι μια γυναίκα μ’ ένα μυστηριώδες παρελθόν, που μεγαλώνει μόνη την κόρη της και θεωρεί πως κάνει το καλύτερο για εκείνη.

Η Περλ δε γνωρίζει άλλη ζωή και μαγεύεται, όταν επισκέπτεται για πρώτη φορά τους Ρίτσαρντσον. Η στενή επαφή μαζί τους την αλλάζει με τον καιρό, αλλά το ίδιο συμβαίνει και σ’ εκείνους. Η συναναστροφή τους με τις δύο γυναίκες θα ανατρέψει τα δεδομένα, θα ξυπνήσει έντονα συναισθήματα και θα προκαλέσει ρωγμές στον ιδανικά πλασμένο μικρόκοσμό τους.

Σ’ έναν τόπο, όπου η εικόνα είναι το παν και η άποψη του καθενός πρέπει να φιλτράρεται για να συνάδει με τις επιταγές της κοινωνίας, οποιαδήποτε ελεύθερη έκφραση και φιλοσοφία ζωής θεωρείται παρέκκλιση. Για την Έλενα Ρίτσαρντσον η περίπτωση των δύο γυναικών τής προκάλεσε αρχικά τον οίκτο, μέχρι που άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο αθόρυβα, αλλά καθοριστικά επηρεάζουν και πλήττουν όσα εκείνη πάλευε τόσα χρόνια να διατηρήσει άθικτα και αλώβητα.

Η συγγραφέας αναδεικνύει τα τρωτά σημεία στη σχέση γονέων και παιδιών. Εστιάζει στον τρόπο διαπαιδαγώγησης και στο κατά πόσο η καλή ανατροφή είναι αρκετή για να σε προφυλάξει από τις κακοτοπιές. Βάζει, μάλιστα, στο μικροσκόπιο την ιδιαίτερη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ μητέρας και παιδιού. Είναι μια σχέση αυτονόητη, δεδομένη ή χρειάζεται συνεχώς δουλειά για να διατηρηθεί;

Η συγγραφέας θέτει εμμέσως τα πολλά ερωτήματά της, τα οποία έχουν ως κεντρικό άξονα την οικογένεια.

  • Μήπως οι γονείς επιβάλλουν περισσότερους κανόνες απ’ όσους θα ’πρεπε;
  • Οι βεβιασμένες κινήσεις των παιδιών μήπως οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην αναμενόμενη αντίδραση των γονιών τους;
  • Η εμμονή τους ν’ αντιπροσωπεύουν τα παιδιά τους το τέλειο, το ιδανικό, μπορεί να τα διώξει μακριά;
  • Μήπως δεν είναι τόσο καλοί ακροατές όσο πιστεύουν; Μήπως δε γνωρίζουν τα παιδιά τους όσο θα ’πρεπε;
  • Οι επιλογές που έκαναν στη ζωή τους, αυτό που θεωρούσαν καλό για τους ίδιους, τελικά ήταν το καλύτερο για εκείνα;
  • Και τα παιδιά; Τι είναι αυτό που θέλουν; Μια απόλυτα τακτοποιημένη ζωή με πρόγραμμα και προοπτική; Μπορούν να μεγαλώσουν σωστά χωρίς αυτά; Η ρευστότητα και η αταξία τι αντίκτυπο έχουν στην ψυχολογία τους;

Η συγγραφέας μέσα από τις μικρές ή μεγάλες ιστορίες της κάνει σαφές ότι τα παιδιά το μόνο που αποζητούν είναι αγάπη και κατανόηση. Κάποιον που θα ακούσει τους προβληματισμούς τους και δε θα κρίνει αμέσως τις αποφάσεις τους, αλλά θα προσπαθήσει να καταλάβει τις βαθύτερες αιτίες των πράξεών τους. Θέλουν την ελευθερία να ανθίσουν, να εξωτερικεύσουν όσα όμορφα στοιχεία έχουν μέσα τους, χωρίς να εμμένουν παθητικά στην εικόνα που έχουν πλάσει οι άλλοι. Δε θέλουν φόβο, θέλουν στοργή. Θέλουν να νιώθουν το σπίτι τους καταφύγιο, ένα χώρο που θα νιώθουν ασφαλή, όχι ένα μέρος πνιγηρό και αφιλόξενο.

Τα θέματα που θίγει η συγγραφέας είναι πολλά, αλλά σε όλα κρατά μια ουδέτερη στάση. Σκοπός της δεν ήταν να εκφράσει την άποψή της, αλλά να προβληματίσει τον αναγνώστη.

Η αλήθεια είναι πως δε μπόρεσα να δεθώ με κάποιον από τους ήρωες. Ήταν σαν να πήρα μόνο μια μικρή γεύση από τον τρόπο ζωής και σκέψης τους, κατανοώντας ως ένα βαθμό τις πράξεις τους, αλλά χωρίς να καταφέρω να τους πλησιάσω και να τους συναισθανθώ. Αν και με τις αναδρομές στο παρελθόν η συγγραφέας κάλυψε αρκετά κενά και έδωσε απαντήσεις, με κούρασε λίγο με τις λεπτομέρειες, που νομίζω ότι δεν είχαν άμεση σχέση με τη βασική ιστορία και την εξέλιξή της.

Επίσης, η μεγάλη σύγκρουση που περίμενα, η κορύφωση της υπόθεσης με άλλα λόγια, δεν ήρθε ποτέ, κάτι το οποίο βέβαια συνδέθηκε για μένα απόλυτα με τον τίτλο. Μικρές φωτιές παντού, μικρές διαφωνίες, στις οποίες αν δεν υπάρξει ριζική λύση, κάποια στιγμή θα φουντώσουν και θα κάψουν τα πάντα ολοσχερώς. Έτσι και έγινε, μόνο που η φωτιά ήταν πραγματική. Παρ’ όλα αυτά αναδείχτηκε ξεκάθαρα ο συμβολισμός της. Και πάλι όμως μου άφησε ένα κενό, αφού δε μπήκε τελεία στην ιστορία, λες και η συγγραφέας ήθελε να μας αφήσει να δώσουμε εμείς το τέλος που επιθυμούμε.

Κλείνοντας, θα έλεγα πως είναι ένα βιβλίο που θέτει διλήμματα, τα οποία θα μπορούσαν όλους να μας διχάσουν και μέχρι το τέλος μας κάνει αρκετές φορές να αμφιβάλλουμε για το τι είναι τελικά σωστό και δίκαιο.

Φωτογραφία από fsHH από το Pixabay

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s